Δευ01222018

Last update09:10:02 AM

ΜΑΚΜΠΕΘ


 

 

25-1-2012 Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, ΑΘΗΝΑ

makbeth 2


   Έργα του Shakespeare όπως ο Μακμπέθ, ο Άμλετ, ο Βασιλιάς Ληρ και άλλα χρησιμεύουν πάντα και ως συνοπτικά εγχειρίδια πολιτικής ανάλυσης που επεκτείνουν στο ιστορικό γίγνεσθαι την υπαρξιακή αγωνία τους. Δεν υπάρχει παράσταση τους χωρίς συνειδητή ή μη αναγωγή στο παρόν ή παρελθόν και αυτό εξηγεί την τόσο μεγάλη διαχρονικότητα του Shakespeare. Η παράσταση του Θωμά Μοσχόπουλου, μάλιστα, στην Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών επένδυσε με την ιστορική αναδρομή, την διακειμενικότητα και την πολυτροπικότητα την προειδοποίηση για το μέλλον. Για κάθε σκηνοθεσία, άλλωστε, παραστάσεις όπως του Μακμπέθ αποτελούν στοίχημα και ταυτόχρονα υπόσχεση.

   Αλλά προηγείται το έργο. Ο Μακμπέθ είναι μία από τις πιο γοητευτικές τραγωδίες του Shakespeare. Η ιστορία του Μακμπέθ που σκοτώνει καθ’ υπόδειξη της συζύγου του τον βασιλέα Ντάνκαν για να εκπληρωθεί η προφητεία που τον θέλει βασιλέα εισάγοντας τον σε έναν ατέρμονο κύκλο φόνων ως την τελική του κατάρρευση, φέρει στο κέντρο του δράματος την τραγωδία του κακού. Η τεράστια πρωτοτυπία του Μακμπέθ συνίσταται στο ότι ενώ το κακό τον έχει εγκολπωθεί σαν ξένο ρούχο ( Why do you dress me in borrowed robes? ), ο Μακμπέθ παραμένει αφοπλιστικά ποιητικός και όμορφος καθώς παλεύει και αγωνιά με τον εαυτό του, την μοίρα, τους άλλους. Το άλμα που κάνει στην αυτοσυγκρότηση του είναι ένα άλμα εν κενώ γιατί η θέληση του εναντιώνεται στην θέληση της μοίρας. Και ο Μακμπέθ διεκδικεί την μοίρα του ως το τέλος.

   Είναι πολλά τα θέματα τα όποια θέτει το συγκεκριμένο έργο, γεγονός που αυξάνει την δυσκολία ικανοποιητικής απόδοσης στο θέατρο. Πού πρέπει να πέσει το βάρος; Στην προβληματική της εξουσίας; Στην διάσταση της ανθρώπινης ελευθερίας από την ατομική μοίρα; Στην διάσταση της βούλησης από την αναγκαιότητα της πράξης και στην δυσβάστακτη ευθύνη που αυτή συνεπάγεται; Ή μήπως στο ηθικό πρόβλημα του δικαίου που εκφράζεται μέσα από τους φόνους και της δολοπλοκίες του οργάνου της ιστορίας; Πολλές φορές το νοηματικό φορτίο του έργου είναι τόσο βαρύ και δύσκολο όσο η προσπάθεια του Μακμπέθ να επικρατήσει.

   Ασφαλώς ο Θωμάς Μοσχόπουλος τα έλαβε αυτά υπόψη. Γνωρίζει πολύ καλά το κείμενο με το οποίο αναμετράται και προσπαθεί να το κατακτήσει. Η προσπάθεια του αυτή αντανακλάται στην επιδίωξη του να αναδείξει το κείμενο μέσα από το γνωστό – από το Αμόρε ήδη – σκηνοθετικό του ύφος που επιμένει στις εσωτερικές διακυμάνσεις εκπτύσσοντας με την ηπιότητα της δύναμης της φωνής την ψυχική ένταση. Επιλογή που εμβαθύνει την υποκριτική ερμηνεία του κειμένου και αυξάνει την υποβλητικότητα του αλλά απειλείται και από τον κίνδυνο του ανεπαρκούς χειρισμού του εκ μέρους των υποκριτών, αν δεν είναι απολύτως έτοιμοι να στηρίξουν αυτό το είδος ερμηνείας. Αυτό, ωστόσο, είναι ένα χαρακτηριστικό που και αν μετριάζει κάπως το αποτέλεσμα δεν ακυρώνει επ’ ουδενί ούτε τον σκηνοθετικό στόχο ούτε τις ερμηνευτικές προσπάθειες ούτε την συνολική εικόνα. Η παράσταση αυτή του Μακμπέθ ήταν πολύ καλή αλλά είναι και επείγουσα ανάγκη να συγκλονίζει, πράγμα που πετυχαίνει σε πολλές στιγμές, όχι όμως σε όλες.

 makbeth 9  Κατ’ αρχάς το σκηνικό και γενικά ο χειρισμός της τεράστιας σκηνής της Στέγης απαιτεί ευφάνταστες σκηνικές λύσεις οι οποίες δεν έλειψαν από την παράσταση. Η Έλλη Παπαγεωργοπούλου που επιμελήθηκε τα σκηνικά και τα – ομολογουμένως εντυπωσιακά – κοστούμια προσπάθησε να αξιοποιήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την πολλαπλότητα επιλογών που προσφέρει η τεχνολογία του θεάτρου, όπως το ανελκυόμενο επίπεδο και η μετακινούμενη σκάλα. Τα μακρόστενα, ορθογωνίου σχήματος παραβάν που κάλυπταν και αποκάλυπταν τις κλίνες πέρα από την εξαιρετική λειτουργικότητα τους ήταν και αισθητικά ταιριαστά, όπως, άλλωστε, και το μπροστινό παραβάν που απαλύνει τον ρεαλισμό εισάγοντας στο υπερφυσικό. Η χρήση του κινηματογραφικού υλικού που περιπλέκεται με τα τεκταινόμενα επιτέλεσε μία ενδιαφέρουσα προοπτική που ο θεατής αξίζει να αναστοχασθεί στη βάση του κειμένου και της εποχής του. Ο συνδυασμός, επίσης, του κλασικού με την τεχνική της αποστασιοποίησης μπορεί να ξενίζει το μεγάλο κοινό, που μάλλον δεν είναι συνηθισμένο στην ενσωμάτωση του παρασκηνίου στο προσκήνιο, πάντως αυτό το σοκ είναι χρήσιμο και δημιουργικό στην κατάδειξη μίας εναλλακτικής θεατρικής αντίληψης έναντι της παραδοσιακής φόρμας.

   Η αρχή και το τέλος της παράστασης ήταν εξίσου υποβλητικά, με τις σκιές των μαγισσών και την ζεστή φωνή της Καλογεροπούλου να ακούγεται υπερηχητικά και δυσοίωνα. Σκηνοθετική πρόθεση ήταν να διερευνηθούν τα όρια του φανταστικού και του πραγματικού στον Μακμπέθ για αυτό και «κατέβασε» τις μάγισσες από τις υπερφυσικές τους διαστάσεις στο γήινο πεδίο. Θα ήταν ακόμη εξαιρετικά ευτυχές αν υπογραμμιζόταν περισσότερο η αντιστροφή της αταξίας από το πολιτικό και το συνειδησιακό (Why do I yield to that suggestion / Whose horrid image doth unfix my hair / And make my seated heart knock at my ribs / Against the use of nature?) στην θρηνητική συμμετοχή της φυσικής αταξίας. Στην πρώτη σκηνή της τέταρτης πράξης, το συμβολικό επίπεδο ενισχύθηκε περισσότερο και η ονειρικότητα απελευθερώθηκε: η εικόνα της συνεχούς γέννησης και του θανάτου από την μάγισσα – μοίρα (Pour in sow’s blood, that hath eaten / her nine farrow) προαναγγέλλει την κυκλική επιστροφή του κακού στον εαυτό του αλλά και υπενθυμίζει τις ψυχαναλυτικές ερμηνείες για το ευνουχισμό του Μακμπέθ και το φόβο του για την γυναικεία τεκνογονία, μία ανάγνωση που επανέρχεται στις παραστάσεις του Μακμπέθ καθώς και οι φωτογραφίες των νεκρών θυμάτων, διευρύνει το φαντασιακό πεδίο του έργου.

 

makbeth 10

 

   Η Ξένια Καλογεροπούλου διαθέτει αδιαμφισβήτητη παιδεία και πείρα για το σαιξπηρικό θέατρο. Στην παράσταση προσέθεσε το κύρος, την ηρεμία και την αυτοπεποίθηση του ευγενούς ηθοποιού. Η κίνηση της ήταν σχεδόν αέρινη, είναι αξιοθαύμαστη η άνεση της στην μεγάλη σκηνή και στα μεγέθη του Shakespeare. Η φωνή της έχει την ποιότητα και ηπιότητα που είναι κατάλληλη για το είδος της ερμηνείας που επιθυμεί ο Θωμάς Μοσχόπουλος και ως εκ τούτου υπηρέτησε την σκηνοθεσία του με τρόπο αυθεντικό διανοίγοντας με την δική της προσωπικότητα το βάθος που την αναδεικνύει. Η παρουσία της ήταν πολύτιμη για την παράσταση.

   Η Άννα Μάσχα ως Λαίδη Μακμπέθ, επίσης, προσέθεσε την υποκριτική της δύναμη δένοντας με την σκηνοθεσία και πραγματώνοντας την. Καθώς η Λαίδη Μακμπέθ είναι φορτισμένη με το ειδικό νόημα της ανδρόγυνης φιγούρας και της αδίστακτης κυνικότητας, απέδωσε με την σταθερότητα του επιτονισμού και την ορθή χρήση των αναπνοών της έναν λόγο ρέοντα, καθαρό και σαφή. Παρά την προφανή δυσκολία ερμηνείας στο σκηνοθετικό πλαίσιο της περιορισμένης κινητικότητας και της προσοχής στην εσωτερικότητα, η Άννα Μάσχα καταφέρνει να ακουστεί με αποφασιστικότητα που προσεγγίζει σχεδόν την κλασσική ερμηνεία, πράγμα καθόλου ενοχλητικό αλλά εξαιρετικά ευτυχές σε μία παράσταση σαν αυτή. Στην περίφημη πρώτη σκηνή της πέμπτης πράξης, η Άννα Μάσχα ήταν συγκλονιστική, διότι χωρίς να επιδείξει την παραμικρή φωνητική ένταση ή στόμφο, κατάφερε να αποδώσει τον ακραίο οντολογικό πανικό και να εκλύσει την σπαρακτική ευαισθησία. Αποτελούσε, οπωσδήποτε, την πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία της παράστασης.


makbeth 1



   Ο Αργύρης Ξάφης στο ρόλο του Μακμπέθ εργάστηκε εμφανώς με συνείδηση και συνέπεια έχοντας απόλυτα την γνώση για την δυσκολία του εγχειρήματος και την πιθανότητα της αποτυχίας. Πέτυχε στο μέτρο που απέδωσε με λιτότητα και βαθύτητα τον ποιητικό στοχασμό του Μακμπέθ αρκούμενος σοφά σε επιμελή ελαχιστοποίηση των κινήσεων του και σε μεγαλύτερη φροντίδα για την ποιότητα της εκφοράς και της εκφραστικότητας του τονικότητας, προσδίδοντας στις λέξεις το βάρος που χρειάζονται. Το παιχνίδι με το βλέμμα του χάριζε την εικόνα του παραλόγου, της παρανοϊκής εμμονής και του φόβου. Η ερμηνεία του ήταν αξιοπρεπής αλλά περιορίστηκε ως ένα βαθμό από την δυσκολία να αποδοθεί το εσωτερικό πάθος και η ψυχική κίνηση. Μετά την τέταρτη πράξη, στο δεύτερο μέρος της παράστασης, ο Ξάφης βρήκε τον ρυθμό και την ορθοφωνία που εξέλιπε ελαφρώς στο πρώτο μέρος αλλά και αυτό δεν μπόρεσε να απαλείψει την συνολική υποτονικότητα. Ο θάνατος του Μακμπέθ – που δεν παραστάθηκε – αποτελεί μία σκηνοθετική επιλογή που είναι κατανοητή, εντούτοις, το αποτέλεσμα είναι άνισο, ίσως επειδή στον Μακμπέθ, ακριβώς επιδή οι περισσότεροι φόνοι τελούνται στο παρασκήνιο, χρειάζεται επιμονή στην υπενθύμιση της βίας ως ιστορικής επιλογής και η διακειμενική ιστορικότητα για αυτό, όσο και αν προσφέρει δυνατότητες, δεν αρκεί.

   Ο Κώστας Μπερικόπουλος συμμετέχει στις περισσότερες σκηνοθεσίες του Θωμά  Μοσχόπουλου, πάντα με τις εξαιρετικές ερμηνευτικές ικανότητες που τον διακρίνουν. Όλοι οι ρόλοι που έπαιξε αναδείχθηκαν από την βαθύτητα της φωνής και την πραότητα της υποκριτικής του. Συνολικά, βοήθησε πολύ στην προσοχή των δευτέρων ρόλων.

    Ο Θάνος Τοκάκης ως Μάλκολμ υπήρξε προσεκτικός και εύστοχος στο πρώτο μέρος αλλά στην τρίτη σκηνή της τέταρτης πράξης φάνηκαν περισσότερο η βιαστική εκφορά του και ο αβαθής χρωματισμός της φωνητικής του. Παρότι η κινησιολογία του τον βοήθησε αρκετά σε σχέση με άλλους ρόλους, η ελευθερία αυτή μετουσιώθηκε μόνο εν μέρει στο συνολικό αποτέλεσμα μίας προσωπικότητας που οδεύει στην στιβαρή ανάληψη της αποκατάστασης της τάξης.

   Το αντίστροφο συμβαίνει με την ερμηνεία του Αστερίου Πελτέκη που στο ρόλο του Μπάνκο υπήρξε μάλλον αμήχανος στην τρίτη και την τέταρτη σκηνή της πρώτης πράξης, ζεστάθηκε, όμως, σταδιακά και ξετύλιξε τις ικανότητες του στην δεύτερη πράξη.

   Ο Γιώργος Παπαγεωργίου και ο Δημήτρης Νασιούλας στους ρόλους του Ρος και του Λέννοξ αντίστοιχα αποτέλεσαν ευχάριστες παρουσίες γιατί ερμήνευσαν με δυναμισμό και ορθότητα τους ακολούθους. Η έξυπνη σκηνοθεσία τους βοήθησε να αναδειχθούν, ιδίως στην έκτη σκηνή της τρίτης πράξης που συνομιλούσαν συνωμοτικά  στο ημιφωτισμένο φόντο του Μακμπέθ και της Λαίδης.

    Ο Κωνσταντίνος Βουδούρης έπαιξε ρόλους μικρούς όπως του Φλίανς, του Σέιτον ή της τρίτης μάγισσας με τα κοτσίδια. Με την παρουσία του προσετίθετο η ιλαρότητα που αφθονεί στα έργα του Shakespeare, ακόμη και τα πιο τραγικά. Ασφαλώς, η φυσική του παρουσία τον εξυπηρετούσε σε αυτό.

  makbeth 5 Τέλος, ο Γιώργος Χρισοστόμου αποτελούσε την ενσάρκωση της ανισότητας και των ορίων της σκηνοθετικής επιλογής. Στην τρίτη σκηνή της δεύτερης πράξης η ερμηνεία του ήταν κατάλληλη: στιβαρή, σοβαρή, μετρημένη. Η φωνή του διαθέτει την χροιά που χρειάζεται στην ένταση μετά την δολοφονία του Ντάνκαν ενώ και ο σωματότυπος του αναδεικνυόταν στην ευκινησία. Αλλά στη τρίτη σκηνή της τέταρτης πράξης, περιορισμένος από την σκηνοθετική ακινησία, μοιραία φάνηκαν οι ερμηνευτικές του αδυναμίες: ο θρήνος για την απώλεια της γυναίκας και των παιδιών του ήταν εντελώς αμήχανος, ανίκανος να καλύψει την επιφανειακότητα του, χωρίς στομφώδεις σωματικές εκφράσεις.

   Το κλείσιμο αφορά την μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη, η οποία αφενός εκμοντέρνισε την ποιητικότητα των προηγουμένων μεταφράσεων και αφετέρου αναδημιούργησε το κείμενο προσθέτοντας ποιητικό στοχασμό με τις κατάλληλες λέξεις (ένα παράδειγμα: fair is foul and foul is fair – όμορφο το δύσμορφο και δύσμορφο το άμορφο). Είναι μία μετάφραση που, όπως και του Χειμωνά, κινείται από την προσπάθεια να συμφιλιωθεί το ελλειπτικό, μοντέρνο ποιητικό ύφος με την σαιξπηρική ποιητική μεγαλουργία. Η παράσταση έπραξε σοφά που την επέλεξε και η σκηνοθεσία που την χειρίστηκε, τονίζοντας αλλού την ταχύτητα και αλλού το ειδικό της βάρος.

B.Λ.

makbeth 12


    O "Μακμπέθ" του William Shakespeare γράφτηκε τους πρώτους χρόνους του 17ου αιώνα, κατά την Αναγέννηση, και είναι ένα έργο που αναφέρεται ιστορικά στον Μεσαίωνα και στο σκότος που μπορεί να επιφέρει ο πόθος για εξουσία σε επίπεδο πολιτικό και σε υπαρξιακό ο φόβος του ακατάλληλου εαυτού. Παρακολουθήσαμε  ένα έργο κλασικό σε μια εποχή σύγχρονη, στην οποία ο ιστορικός χρόνος δεν συνάδει με τον χρόνο συγγραφής αλλά ούτε με τον σημερινό. Τούτο το εγχείρημα του Θ. Μοσχόπουλου φαίνεται να αποτυπώνεται στον ίδιο τον Μακμπέθ, ο οποίος κατά τη μάχη που δίνει για αυτοπραγμάτωση χάνει την αντίληψη της χρονικής πραγματικότητας και ξεμακραίνει από την ουσία του. Ο ομώνυμος ήρωας σχοινοβατεί μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας και καθώς ξετυλίγεται το κείμενο, μέσω της συνειδησιακής του σύνθλιψης, διατελεί σε έναν ζωντανό εφιάλτη. Η αναπαράσταση μέσω της πολυτροπικής απόδοσης επιτείνει την κατασκευή μιας διττά εφιαλτικής πραγματικότητας, εκείνης του κόσμου των φαντασμάτων και των ψευδαισθήσεων του νου, της ίδιας της τέχνης, και των αντικειμενικών συνθηκών.

makbeth 11 copy    Η χρήση της τεχνικής του θεάτρου σκιών, της φωτογραφίας, του κινηματογράφου και του χορού –ιδιαιτέρως ενδιαφέρων ο κατά μόνας χορός στα κουτιά-δωμάτια- συνθέτουν μια σύγχυση που θέτει το έργο ως σύνδεσμο αυτής της διττής πραγματικότητας στα πλαίσια της διακειμενικότητας. Αυτή λοιπόν η κατάσταση συμβαδίζει με μια ασταμάτητη αιματοχυσία που προκαλεί η δίψα για εξουσία μα συγχρόνως και η πάλη της αρετής με την διαφθορά. Η Λαίδη Μακμπέθ βίαια και αρσενικά ωθεί τον σύζυγο της σε ό,τι πρέπει να είναι αυτός που θεωρείται ένας άντρας μέσω μιας οδού που αυτός δεν θα είναι ό,τι πραγματικά προτιμά να είναι, τουτέστιν φρόνιμος και ηθικός. Έπειτα από τον πρώτο φόνο τα πράγματα μεταβάλλονται ραγδαίως και μαζί τους η απόσταση ανάμεσα στο ορατό και το μη ορατό. Σκότωσε από φόβο και ο φόβος κρατά στη ζωή την συνέχεια των φονικών. Στο έργο υφίσταται μια νύχτα από την οποία ο ύπνος εξορίστηκε. Ο Μακμπέθ έχει σκοτώσει τον ύπνο κι έτσι δεν μπορεί να κοιμηθεί πια.

   makbeth 14Ως τμήμα του λόγου η φωνητική οδηγία των ηθοποιών αποδίδει με σαφήνεια την εύθραυστη υπόσταση του Μακμπέθ – (Αργύρης Ξάφης) και την αδυσώπητη δυναμικότητα της Λαίδης (Άννα Μάσχα), καθώς και την έκπτωση της. Αυτή η φωνητική οδηγία- είτε είναι εμφαντική είτε αποστασιοποιημένη- δεν εκφράζεται δημιουργικά από όλους αλλά και δεν ταιριάζει πιθανόν σε όλους (όπως στην περίπτωση του Γιώργου Χρυσοστόμου ως Μακντάφ). Παρά ταύτα, η μετάφραση του Δημητριάδη χαρακτηρίζεται από αμεσότητα χωρίς να στερείται ποιητικότητας, κάτι που μας παραπέμπει στην λογοτεχνικότητα του ίδιου του Shakespeare. Το σύγχρονο συνδιαλέγεται με το παραδοσιακό με απώτερο στόχο την δημιουργική σύνθεση.  Στο πλαίσιο της φωνητικής απόδοσης ένα επιπρόσθετα ενδιαφέρον τέχνασμα αποτελούν οι μικροφωνισμοί των Μαγισσών. Στο ηχητικό τμήμα, σημειώνουμε πως η μουσική υπόκρουση κάπου θα μπορούσε να μην είναι αυτή που θα προσδώσει την ένταση στο δράμα, πράγμα που συντελούνταν από το ίδιο το κείμενο και τις ερμηνείες των υποκριτών. Η επιλογή της σε συγκεκριμένα σημεία λειτούργησε πιθανόν αποπροσανατολιστικά.

   Η σκηνική διαμόρφωση με τα εννέα κουτιά-δωμάτια και τον θάλαμο με τις κλίνες και η συνεχής αναρρύθμιση του χώρου εκκινείται από την τάξη στην αταξία και από την λογική για να καταλήξει στην απώλεια της - χαρακτηριστική η σκηνική συμφόρηση στην τελευταία σκηνή, όπου καταδεικνύει το συνειδησιακό ερείπιο του ήρωα. Όσον αφορά την ενδυματολογική ποικιλομορφία τα σκωτσέζικα κιλτ και το λευκό μπουρνούζι σε αντίστοιξη με τις βραδινές τουαλέτες, το κοστούμι και  τον σκούφο της μάγισσας νομίζουμε πως δεν δένουν ικανοποιητικά με την υπόλοιπη μακροσκελή πολυτροπική προσπάθεια της δημιουργίας ενός καλλιτεχνικού αποτελέσματος.

Σ.Μ.

 

makbeth 17 copy


    Η χρονική τοποθέτηση της παρουσίασης του σαιξπηρικού δράματος, του δίνει μία διαφορετική υπόσταση στο κοινό, που προσέρχεται μαζικά να το δει στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών.

   Το στοίχημα της μεταφοράς της ιστορίας του “Μακμπεθ” στα γεγονότα πριν και μετά τον πρώτο πόλεμο με παγκόσμιο αντίκτυπο στην Ιστορία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα,  κάτι που διαφαίνεται εξαρχής με τη χρήση video με μουσική και χορό από την εποχή του μεσοπολέμου. Εννιά κρεβάτια νοσοκομείου φιλοξενούν τους λαβωμένους στρατιώτες και η ροή του έργου περιστρέφεται σε ένα σκηνικό, το οποίο ελάχιστες σκηνές στη χώρα μας θα μπορούσαν να υποστηρίξουν! Το βάθος της και η τεχνική της αρτιότητα, γίνονται μοχλός αναδίπλωσης του στατικού σκηνικού στο πρώτο μέρος, χωρίς να μεταβληθεί η θέση των τριών  σειρών από κρεβάτια!

   Η Ελλη Παπαγεωργακοπούλου αξιοποίησε με μέτρο το εύρος της σκηνής και τις τεχνικές προδιαγραφές της, χωρίς να γίνει το σκηνικό παραφορτωμένο, ακόμα και όταν τα δέντρα εισέρχονται στο χαοτικό στήσιμο των κρεβατιών. Θαρρώ, πως η χρήση των γιγάντιων σκιών ήταν και η κορύφωση της αντίληψης που ενυπάρχει σε όλη την παράσταση, για την απεικόνιση του διαταραγμένου ψυχικού κόσμου των ηρώων. Η σύλληψη της χρήσης καλυμμάτων, που τοποθετούνται με σχοινιά πάνω από τη σκηνή, δίνει τον απαραίτητο ελάχιστο χρόνο για τη μετάβαση από σκηνή σε σκηνή! Έτσι ο χώρος των δωματίων οπτικοποιείται και οτιδήποτε περιβάλλει ένα τέτοιο σκηνικό αποκτά μηδενική παρουσία, επικεντρώνοντας ταυτόχρονα την προσήλωση του θεατή στην απόδοση των γεγονότων. Η ανύψωση τους, για να χρησιμοποιηθεί η σκάλα, που οδηγεί στα δωμάτια, λειτουργεί μοναδικά σε πρώτο πλάνο στη διαδικασία των γεγονότων, που συντελούνται στο σπίτι του Μακμπέθ. Ίσως, αν όλες αυτές οι ελάχιστες εναλλαγές του σκηνικού δεν ήταν ορατές στο κοινό, να είχε ενταθεί η μυθοπλασία της χρήσης αυτών των εμπνευσμένων αφαιρετικών στοιχείων.

    Στο δεύτερο μέρος η μηδενική χρήση των τεχνικών αυτών στοιχείων, δημιουργεί μία πιο «πεζή» αφήγηση, στην οποία τα δρώμενα ξετυλίγονται ακόμα και ανάμεσα στους θεατές. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος φτάνει στο σημείο να βάλει τις μπροστά σειρές να συγχαρούν το Μάλκολμ, τον οποίο αποδίδει με εκπληκτική μαεστρία ο Θάνος Τοκάκης. Η σκηνή της διαβολής που υποβάλλει το Μακντάφ (Γιώργο Χρυσοστόμου) για να πειστεί για την ειλικρίνεια των προθέσεων του, πιστεύω πως είναι και αυτή που μπορεί να χαρακτηριστεί  ως και η μοναδική χωρίς επιτηδευμένα στοιχεία! Το ισχυρίζομαι αυτό, γιατί ήταν η σκηνή με τους λιγότερους επιτονισμούς και η ανεπάρκεια στόμφου στην εκφορά του λόγου της προσέδωσε μια αμεσότητα, που ήταν ταιριαστή με την προσέγγιση της παράστασης. Ίσως να βρείτε όπως κι εγώ, τους ποιητικούς μονολόγους επιτηδευμένους, αλλά σ’ αυτό σίγουρα δε φταίει η ομάδα! Το γεγονός ότι αυτό αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό του έργου του Σαίξπηρ, το οποίο αλλάζει μορφή όταν αποδίδεται με υπερτονισμούς, για να διαφανεί έκδηλα ο ψυχισμός των ηρώων του έργου.

 makbeth 8  Το ισχυρό στοιχείο της παράστασης είναι πέρα από το σκηνικό και η απόδωση των χαρακτήρων με έναν αντισυμβατικό τρόπο, που αναδεικνύει το ρόλο τους στο έργο!Οι τρεις μάγισσες αποκτούν γήινη υπόσταση, με την Ξένια Καλογεροπούλου να ξεχωρίζει σαν παρουσία! Ειδικά η αρχική σκηνή του δεύτερου μέρους, στην οποία οι φωτογραφίες τοποθετούνται ως ερινύες γύρω από το Μακμπέθ, είναι τουλάχιστον μοναδική! Σ’αυτό το μέρος η ροή είναι πιο ομαλή, απ’ ότι στο πρώτο, μιας και τα γεγονότα αποκαλύπτουν το αποτέλεσμα των πράξεων και όχι τη διαδικασία της επιτέλεσης τους. Αναμφίβολα η τελική σκηνή, στην οποία επαναλαμβάνεται η αρχική, είναι μοναδική και επιβεβαιώνει όσους υποστηρίζουν, ότι ο σκηνοθέτης έθεσε ενώπιον του κοινού το ερώτημα του αν τελικά η επανάληψη ανάλογων γεγονότων είναι αναπόφευκτη –ακόμα και το όνομα του υποστηρικτή του νέου βασιλιά (Μακντάφ) δημιουργεί συνειρμούς για τον κεντρικό ήρωα αυτής της τραγωδίας.

   Πέτυχε το στοίχημα; Αν κάποιος μπει με προαπαιτούμενα, αναμφίβολα θα έχει πολλά επιχειρήματα ήδη διαμορφωμένα στο μυαλό του, αδικώντας όλες τις αρετές των ευφυέστατων ιδεών, που είχε η απόδοση της ομάδας του Μοσχόπουλου. Η χρήση μικροφώνων μόνο από τη μάγισσα, έδωσε μία άλλη διάσταση στον ήχο και στις συνομιλίες των χαρακτήρων, οι οποίοι αποδόθηκαν χωρίς κουραστική κινησιολογία.

    Η απόδοση του "Μακμπέθ" οπτικά και εκφραστικά με μεταγενέστερα χαρακτηριστικά της θεατρικής απόδοσης, δημιουργεί δυσαρμονία με το κλασικό αυτό έργο. Το αν αυτή η δυσαρμονία εκλαμβάνεται ως αδυναμία, έγκειται αποκλειστικά στην αντίληψη και στην αισθητική του εκάστοτε θεατή. Προσωπικά με κέρδισε η αισθητική προσέγγιση πλήρως, κάτι που δε θα μπορούσα να πω πως έγινε και με την παρουσίαση των χαρακτήρων, κυρίως λόγω της εκφοράς του λόγου. Θα προτιμούσα να δω μία εξίσου τολμηρή αφαίρεση εκείνων των στοιχείων, που υπερτονίζουν την ποιητική διάθεση του έργου με στομφώδη τρόπο. Ισως, όμως, και να "λειτουργούσαν" καλύτερα αν δίνονταν με τον τρόπο που αποδιδόταν από το Θάνο Τοκάκη και θαύμασα ιδιαιτέρως! Σ’ αυτόν είδα τον Μάλκολμ να μονολογεί με παραστατικό τρόπο και όχι τον Τοκάκη να παρουσιάζεται ως επιτηδευμένη φιγούρα ενός σαιξπηρικού δράματος μπροστά σε ένα μεταμοντέρνο σκηνικό. Δυστυχώς, αυτό δεν το ένιωσα αντίστοιχα και στους υπόλοιπους κεντρικούς χαρακτήρες...Μόνο οι τέσσερις φιγούρες, που ενσαρκώνει αριστοτεχνικά ο Κώστας Μπερικόπουλος (Ντάνκαν, θυρωρός, δολοφόνος, γιατρός) είχαν στα μάτια μου αντίστοιχα πειστικά στοιχεία.

   Παρ' όλα αυτά το εγχείρημα είναι επιτυχές και δε σκοντάφτει σε ανεπάρκειες, αλλά σε ατέλειες, που δεν έχουν αντικειμενική θεώρηση, αλλά στοιχειοθετούν μία καθαρά υποκειμενική προσέγγιση. Η οπτική γωνία που θα βιωθεί αυτή η προσέγγιση είναι και ο μοναδικός γνώμονας στον οποίο μπορεί κάποιος να στηρίξει τα ερείσματα των επιχειρημάτων του. Σημασία για μένα έχει να αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της, ώστε να στερούνται πλήρως προκαταλήψεων και απλοικής γνώμης, η οποία οδηγεί στο δίπολο "μ'αρέσει-δε μ'αρέσει" και ακυρώνει την, ομολογουμένως, αξιοθαύμαστη προσπάθειας τους!


Λ.Τ.

 

makbeth 15

 

  makbeth 13 Η Λαίδη Μακμπέθ, είναι αναμφίβολα από τους πιο δύσκολους και απαιτητικούς ρόλους. Μην ξεχνάμε, ότι πρόκειται για το δεύτερο σημαντικότερο πρόσωπο, σε ένα από τα σπουδαιότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

   Φαινομενικά τελεί υπό τη σκιά του συζύγου της. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει, γιατί είναι εκείνη, που κινεί όλα τα νήματα. Ενισχύει με κάθε τρόπο τον εγωισμό, τη φιλοδοξία και την δίψα του ανδρός της για εξουσία. Με τα λόγια της, καταφέρνει αργά και σταθερά -μερικές φορές και βίαια, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν- να οδηγήσει το σύζυγό της όχι μόνο να βάψει τα χέρια του με αίμα, έχοντας ως απώτερο σκοπό να σφετεριστεί το βασιλικό θρόνο της Σκωτίας, αλλά και να προσχεδιάσει με τέτοιο τρόπο το φόνο, ώστε οι υποψίες να πέσουν πάνω σε άλλους. Το αποτέλεσμα ήταν να κατηγορηθούν αθώοι άνθρωποι για εγκλήματα, τα οποία δεν διέπραξαν ποτέ.

    Νομίζω, πως πρόκειται για το πρόσωπο-κλειδί για την εξέλιξη όλου του έργου. Πρόκειται για την ηθική αυτουργό της ιστορίας. Διεκδικεί με το δικό της τρόπο, όλα όσα επιθυμεί. Δυστυχώς για εκείνη, η γυναικεία της φύση καθώς και η κοινωνική της θέση, την περιορίζουν. Είναι υποχρεωμένη να δίνει τεράστια σημασία στο "φαίνεσθαι", ακόμα κι αν αυτό απέχει παρασάγγας από το "είναι".

   makbeth 16 Η πολυσχιδής προσωπικότητά της την οδηγεί τελικά στην αυτοκτονία. Οι Ερινύες την κυνηγούν και την οδηγούν σε παραλήρημα. Η ολοκληρωτική διάβρωση και η φθορά της ύπαρξής της είναι πλέον γεγονός.

    Προσωπικά θεωρώ, πως η ερμηνεία της Άννας Μάσχα στο ρόλο της Λαίδη Μακμπέθ είναι εντυπωσιακή. Χρησιμοποιεί με τέτοιο τρόπο το κορμί και τη φωνή της, με τον οποίο επιτυγχάνει να αναπτύσσει και να γιγαντώνει τον προβληματικό και δύσκολο χαρακτήρα της ηρωίδας του έργου αποκαλυπτικά. Άλλωστε οι σπουδές της και η μακρά θητεία της στο θεατρικό σανίδι (από το 1992) της επιτρέπουν να έχει τη δυνατότητα να αγγίξει ακόμα και τους πιο δύσκολους ρόλους.

Χ.Ζ.

 

makbeth 7

   

    Στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, ο Θωμάς Μοσχόπουλος έβαλε στοίχημα να αναδείξει ένα τόσο απαιτητικό και κλασικό έργο με τέτοιο τρόπο, που τίποτα δεν περίσσευε και τίποτα δεν αρκούσε…

   makbeth 18 Η ποιητική διάθεση ήταν έντονη και παραδόξως οικεία, δοσμένη με σύγχρονο ύφος!

   Ένα παιχνίδι ανάμεσα στο όνειρο και στην ύλη.

   Οι σκιές των σκέψεων, που στοίχειωναν τον Μακμπέθ, μεγάλωναν κάθε φορά που εκείνος μίκραινε και κρυβόταν πίσω από την Λαίδη Μακμπέθ.

   Η εξάρτηση και η ανάγκη για την εξουσία λέρωσαν τα χέρια του με αίμα, που γυάλισε μέσα στο σκοτάδι.

   Η ευρηματική λύση των κρεβατιών, τα οποία μετατρέπονται κάθε φορά σε οποιοδήποτε υλικό αντικείμενο, δημιουργούσε ένα σκηνικό έτσι φτιαγμένο, που ενώ έλαμπε από χρυσό και πλούτο, άλλο τόσο φανέρωνε τη δυστυχία και τη σάπια ζωή του Μακμπέθ με την υλική του υπόσταση στη σκηνή.

   Η επιλογή των σύγχρονων απλοϊκών πολυθρόνων, οι οποίες είχαν πάρει την θέση των θρόνων, προδίδουν και φανερώνουν την έντονη ανάγκη του σκηνοθέτη, να ισοπεδώσει το κλασικό και αυστηρό ύφος του σαιξπηρικού έργου. Ίσως ο σκοπός είναι να δώσει στο θεατή να κατανοήσει, πως η ανάγκη για εξουσία δεν εμφανίζεται μόνο στους έχοντες δύναμη μέσω του πλούτου ή κάποιας θέσης εξουσίας, αλλά στον κάθένα μας, που «γεννήθηκε από γυναίκα».

    Στο τέλος της παράστασης ο στρατός εμφανίστηκε με πλήρως αντισυμβατικό τρόπο, φορώντας προστατευτικές άσπρες στολές και μάσκες οξυγόνου, αντί για τις κλασικές στρατιωτικές στολές, που επένδυαν την περιβολή του από την αρχή της! Μία μεταφορά στο σήμερα; Ίσως, αν σκεφτεί κανείς, πως επιλέχτηκε η χρονική τοποθέτηση της ροής των γεγονότων στις αρχές του 20ου αιώνα, έχοντας πολλές μουσικές και ιστορικές αναφορές και στην εποχή του μεσοπολέμου.

   makbeth 6 Ο Μακμπεθ καταλήγει να ζει παγιδευμένος σε μία στρεβλή πραγματικότητα, από την οποία δε θα καταφέρει να επιβιώσει. Το σκοτάδι και το φως πάντα θα συγκρούονται μέσα του, ωθώντας τον στα άκρα, ακόμα και μπροστά στους καλεσμένους του κατά τη διάρκεια της ενθρόνισης του.

    Η κυκλική και επαναληπτική διάθεση του ανθρώπου, που τον οδηγεί στη δίψα και την άρρωστη ανάγκη για εξουσία, τον φτάνει στο έσχατο και επιβεβαιώνεται στην τελική σκηνή, η οποία ολοκληρώνει κυκλικά την παρουσίαση του έργου.

Α.Θ.

 makbeth 2 copy

 

Share on Myspace
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ