Τετ11222017

Last update10:49:37 AM

ΡITTEΡ ΝΤΕΝΕ ΦΟΣ

 

24-12-2012 Δημοτικό Θέατρο Καλαμαριάς «Μελίνα Μερκούρη», ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

Ritter Dene Voss 2Τι επεδίωκε άραγε ο Bernhard με το Ρίττερ, Ντένε, Φος; Οπωσδήποτε την αποσάθρωση της οικογένειας, αυτού του θεσμού που –πρώτος απ’ όλους– εισάγει τον νεότευκτο άνθρωπο στην αδράνεια της καθημερινότητας, στον οδοστρωτήρα του συνήθους, του γνώριμου, του ελεγχόμενου, του ακίνδυνου. Με μία λέξη του αναυθεντικού. Ο θεσμός της οικογένειας, όσο απαραίτητος και αναγκαίος φαίνεται για την συγκρότηση του ανθρώπου, άλλο τόσο αναληθής αναδεικνύεται, περιβαλλόμενος από την δυσοσμία του ψεύδους. Όλα αυτά έχουν ασφαλώς πολλάκις τεθεί στην τέχνη και σπουδαίοι συγγραφείς έχουν περιγράψει με πολλούς και ποικίλους τρόπους την ζοφερή της πραγματικότητα. Ο Bernhard ήταν ίσως από αυτούς που μίλησε για αυτό με τον πλέον δραστικό τρόπο καίτοι το έργο του είναι μάλλον χαμηλόφωνο. 

Πρόκειται για μία οικογένεια βαθύπλουτων αστών, κληρονόμων της δυσθεώρητης πατρικής περιουσίας, την οποία τα τρία τέκνα ροκανίζουν αργά και ηδονικά. Οι δύο αδελφές –που δεν κατονομάζονται, αλλά συνηθίζεται να αποκαλούνται Ντένε και Ρίττερ από τα ονόματα των δύο ηθοποιών που πρώτες τις ερμήνευσαν– κατοικούν στο αρχοντικό της οικογένειας, λίγο έξω από την Βιέννη, ενώ ο αδελφός –ο Λούντβιχ, διάσημος φιλόσοφος της λογικής– παρέμενε επί εικοσαετία κλεισμένος σε ψυχιατρική κλινική στο Λονδίνο. Η μεγάλη αδελφή κάνει τις απαραίτητες ενέργειες για να τον φέρει πίσω και να τον επανεντάξει στην οικογένεια –παρά τις αντιδράσεις της μικρής αδελφής που το θεωρεί κακή ιδέα. Βεβαίως ο γιατρός Φρέγκε, τον οποίο ο Λούντβιχ δεν έχει σε καμία εκτίμηση, την προειδοποίησε για το πόσο λεπτό χειρισμό χρειάζεται. Και της επεσήμανε, πόσο πολύ τις χρειάζεται ο αδελφός της. «Ε, δεν θα πεθάνω κιόλας γι’ αυτόν», αναφωνεί η μεγάλη αδελφή εξομολογούμενη στην μικρή. Αλλά αυτή η αποστασιοποίηση είναι απατηλή. Η μεγάλη αδελφή έχει πάρει αυτόκλητα το ρόλο της μάνας στην εναπομένουσα οικογένεια και δεν σταματά να μεριμνά, με τον υπερπροστατευτικό τρόπο της μητέρας για τον αδελφό της, και να συγχωρεί τις παραξενιές και τις εκκεντρικότητές του. Φροντίζει να είναι όλα τέλεια: τα σερβίτσια, οι πίνακες με τους προγόνους της οικογένειας, η διακόσμηση του αρχοντικού ίδια και απαράλλακτη αφ’ ότου έφυγε ο Λούντβιχ αηδιασμένος ακριβώς από αυτήν. Η μικρή αδελφή από την άλλη, όπως κατά βάθος και η μεγάλη, ξέρει πολύ καλά ότι τίποτε από όλα αυτά δεν θα εκτιμηθεί από την υστερική προσωπικότητα του αδελφού, τον οποίο με τη σειρά της δεν τον έχει σε υπόληψη, ούτε τον θεωρεί μεγάλο φιλόσοφο. Προτιμά αντιθέτως να παραμείνει απαθής στην πολυτελή της πλήξη: όλη μέρα το μόνο που κάνει είναι να διαβάζει εφημερίδες, να πίνει ακριβά κρασιά και να κάνει κοφτερά, σαρκαστικά σχόλια για την μεγάλη αδελφή και τον Λούντβιχ. 

Οι δύο αδελφές είναι ηθοποιοί – παντελώς ατάλαντες κατά τον Λούντβιχ. Βεβαίως, ο πατέρας είχε φροντίσει και γι’ αυτό: είχε αγοράσει το 51% των μετοχών ενός θεάτρου, ώστε οι δύο του κόρες να μετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο και να το ελέγχουν. Μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν με αυτό. Να ανεβάσουν όποιο έργο θέλουν και να παίξουν όπου θέλουν, ό,τι θέλουν και όταν το θέλουν. «Η τέχνη είναι ελεύθερη μόνο όταν διαθέτεις το 51%», λέει με αποστομωτικό κυνισμό η μικρή αδελφή. Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν παίρνουν την τέχνη τους απολύτως στα σοβαρά: η μεγάλη αδελφή προετοιμάζεται, μετά από πολλά χρόνια, να παίξει σε παράσταση μία τυφλή γυναίκα, σε έναν πεντάλεπτο μόλις ρόλο από τον οποίο τα τρία λεπτά χορεύει. Γι’ αυτό κάνει ειδικά μαθήματα χορού και υποκριτικής, για να διδαχθεί το πώς θα χόρευε μία τυφλή. 

Γενικά, η ειρωνεία του Bernhard ξεχειλίζει από κάθε άκρη του κειμένου, όχι μόνο για τις ακρότητες των προνομιούχων, αλλά και για τις Ritter Dene Voss 3υπερβολές των οικογενειακών μελών και συνολικά για την ανοησία των ανθρώπων. Χαρακτηριστικά, όλα αυτά συνδυάζονται αριστουργηματικά στη σκηνή, στην οποία η μεγάλη αδελφή αγοράζει βαμβακερά εσώρουχα στον αδελφό επειδή (νομίζει ότι) του αρέσουν. Εκείνη βέβαια θα προτιμούσε τα μεταξωτά και ο Λούντβιχ με το παντελόνι του κατεβασμένο χοροπηδά ειρωνικά σαν κατσίκι μαζί με την μικρή αδελφή γύρω από το τραπέζι κρατώντας το βαμβακερό εσώρουχο, το δώρο της μεγάλης του αδελφής που είναι πρόθυμη να πραγματοποιήσει κάθε του επιθυμία. 

Ο Λούντβιχ είναι το όχημα της καταλυτικής, ισοπεδωτικής κριτικής του Bernhard στην γελοιότητα της οικογενειακής συνθήκης. Η τρέλα του δεν συνιστά παρά κρυστάλλινη γνώση της υποκριτικής πραγματικότητας. Μετακινεί τα αντικείμενα του σπιτιού, γιατί επί χρόνια κανείς δεν τα έχει μετακινήσει, γιατί κανείς δεν έχει αποδιώξει τους ανυπόφορους πίνακες των σεβάσμιων προγόνων και αυτό είναι σκέτη παράνοια. Σπάει τα πανάκριβα, πορσελάνινα πιάτα καθώς μετακινεί με την μεγάλη του αδελφή την σιφινιέρα και αυτή κλαίει γοερά λες και τα πιάτα έχουν γι’ αυτήν μεγαλύτερη αξία από τους ανθρώπους και τον εαυτό της. Και αυτό είναι σκέτη παράνοια. Τρώει μέχρι σκασμού τα ολόφρεσκα, ζεστά καραμελωμένα Krapfen, που η μεγάλη του αδελφή με τόση επιμέλεια του έφτιαξε, αν και αυτός ποτέ δεν της τα ζήτησε. Και αυτό είναι σκέτη παράνοια. Επιτίθεται στις αδελφές του σκαιότατα, όταν μαθαίνει ότι από την ματαιοδοξία τους παρήγγειλαν να τους κάνουν (κακόγουστα) πορτρέτα, τάχα για να βοηθήσουν έναν φτωχό καλλιτέχνη. Και αυτό είναι σκέτη παράνοια. Όχι, δεν είναι ο αποτρελαμένος Λούντβιχ, ο «πραγματικός» τρελός. Τρελοί αληθινά είναι όλοι όσοι είναι έξω από το ψυχιατρείο μασκαρεμένοι σε «λογικούς». Ο Λούντβιχ όμως είναι φιλόσοφος της λογικής και οι λελογισμένες σοφιστείες της «έλλογης πραγματικότητας» και του κοινού νου δεν τον ξεγελούν. Απλώς, ωθεί την σκέψη και τα γεγονότα στις ακραίες τους συνέπειες και κάπου εκεί αποκαλύπτεται η αλήθεια και το ψεύδος τους. 

Είναι γνωστό ότι το πρότυπο του Bernhard για τον Λούντβιχ, αν και μάλλον το αρνούνταν, ήταν ο φιλόσοφος Λούντβιχ Βίττγκενσταιν. Πάμπολλες αναφορές των δύο αδελφών του συνηγορούν σε αυτό: η παραμονή του στο Λονδίνο, στο Πανεπιστήμιο του Καίημπριτζ και την καλύβα του στην Νορβηγία, το ότι η φιλοσοφία του αφορούσε στην λογική (αν και δεν εκτιμούσε πράγματι τον δάσκαλο του στην λογική, τον Φρέγκε), το ότι απαρνήθηκε την οικογένεια του και τα αμύθητα πλούτη της. Βεβαίως, ο Βίττγκενσταιν δεν κλείστηκε ποτέ σε ψυχιατρική κλινική. Αυτό συνέβη στον ανιψιό του, τον Πάουλ, με τον οποίο ο Bernhard γνωριζόταν προσωπικά. Ο Λούντβιχ συνεπώς, είναι συνδυασμός των δύο αυτών προσώπων. 

Η παράσταση της Κοκκίνου, της Οικονομίδου, του Καταλειφού και του Παπαδόπουλου υπήρξε καλή, άρτια στην κλασική της σκηνοθεσία, όχι όμως ιδιαιτέρως συγκλονιστική ή πρωτότυπη. Σεβάστηκαν το κείμενο και δεν επενέβησαν στην δομή, την έκταση και τις οδηγίες του, αφήνοντάς το να μιλήσει μόνο του, με την δική του θεατρική δύναμη. Και πράγματι το κείμενο ξετυλίγει την ποιητικότητα του με τους ρυθμούς και τις ανάσες του, άλλοτε μακρόσυρτες και άλλοτε καταιγιστικές, ιδίως στο δεύτερο μέρος. Επιπλέον, σωστά ερμήνευσαν το (αραχνιασμένο) ανάκτορο των Βόρρινγκερ ως ιστό αράχνης που γραπώνει τα μέλη του: τα σκοινιά που διαπλέκονται πίσω από τους πίνακες στο βάθος της σκηνής, καθώς και τα πεπαλαιωμένα, παλιομοδίτικα έπιπλα στοιχειοθετούν μία πνιγηρή, παρακμιακή ατμόσφαιρα. Μπροστά στην σκηνή τρία τέσσερα παιχνίδια πεταμένα εδώ και εκεί υπενθυμίζουν ότι η παιδικότητα των ανθρώπων σε αυτό το σπίτι καθόλου δεν έχει ξεπερασθεί. 

Ritter Dene Voss 4Η Άννα Κοκκίνου εμφανώς πίστεψε βαθιά σε αυτό το έργο και προσπάθησε να το υποστηρίξει με την ευαισθησία που την διακρίνει. Παίζοντας την μεγάλη αδελφή ανέδειξε τα προτερήματα της έμπειρης ηθοποιού: το παραπονεμένο βλέμμα, τους χαμηλούς τόνους, την ειλικρινή τρυφερότητα. Απέπνεε την μητρική στοργή μαζί με όλη την παθογένεια που την συνοδεύει. Και βέβαια, τα μικροξεσπάσματα του θυμού μίας γυναίκας που οικειοθελώς αφήνει να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης με αντάλλαγμα την αγάπη που ποτέ δεν παίρνει. Ελαττώματα της ήταν η ενίοτε ψιθυριστή φωνή της –πολλές φορές ήταν δύσκολο να ακουστεί καθαρά ο λόγος της– και κυρίως, το ότι η θεατρική της μανιέρα δεν ανανεώθηκε καθόλου σε αυτήν την παράσταση, θυμίζοντας λίγο το αραχνιασμένο σπίτι των Βόρρινγκερ. 

Η Ράνια Οικονομίδου υπήρξε περισσότερο βαριεστημένη από το επιτρεπτό στο πρώτο μέρος και με εκφορά λόγου που κινούνταν ενίοτε πιο αργά και από την δράση του κειμένου. Στο δεύτερο μέρος όμως επανήλθε στις γνωστές θεατρικές της ικανότητες αποδίδοντας απολαυστικά την ιδιοφυή κακία και τις ειρωνικές γκριμάτσες της μικρής αδελφής. 

Τέλος, ο Δημήτρης Καταλειφός ήταν άψογος ως αποτρελαμένος Λούντβιχ. Ήταν εμφανής η άκρως λεπτομερής μελέτη της ιδιοσυγκρασίας της ταραγμένης προσωπικότητας, ακόμη και το πιρούνι του ήξερε να το πιάσει νευρωτικά με όλη την παλάμη του. Απέδωσε όλο το νεύρο και την σπιρτάδα μίας διεγερμένης, απογειωμένης σκέψης και δεν φοβήθηκε να ανατρέψει την σοβαροφανή εικόνα του για χάρη της πιστής απόδοσης του χαρακτήρα που υποδύεται.

 

Ritter Dene Voss 5

Share on Myspace
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ