Δευ01222018

Last update09:10:02 AM

ΙΟΚΑΣΤΗ

 

22-4-2012 Θέατρο Άττις, ΑΘΗΝΑ

 

Λεμονιές Ξανθές

    Οπωσδήποτε η Ιοκάστη είναι ένα κείμενο ελλειπτικό, παραληρηματικό. Συγκροτείται από πληθώρα στοιχείων, σκέψεων και εικόνων παρατεταγμένων με εξαιρετική πυκνότητα και καταιγιστικό ρυθμό. Οι στίχοι του μονολεκτικοί, συνήθως με ένα ουσιαστικό ή ένα ρήμα, σπανιότερα επίθετα και ακόμα πιο σπάνια συνειρμοί, που δεν είναι εύκολο να γίνουν άμεσα αντιληπτοί από το θεατή. Περισσότερο από ένα θεατρικό έργο, είναι ένα ποιητικό κείμενο με παραπομπές στην αρχαία τραγωδία – και όχι μόνο.

   Τί το ασύνηθες λοιπόν, για τη σκηνοθεσία του Θόδωρου Τερζόπουλου; Μήπως τα περισσότερα από τα κείμενα που ανεβάζει – του Müller φερ’ ειπείν ή του Beckett – δεν διακρίνονται από ανάλογα ελλειπτική γραφή; Ακόμα και σε κείμενα κλασσικά, όπως η Mademoiselle Julie του Strindberg, που δεν διέθεταν μοντέρνα δομή, δεν ήταν ο ίδιος που τους προσέδωσε τέτοια; Εντούτοις, κάτι περισσότερο συμβαίνει με το κείμενο του Κοντραφούρη.

   Παρά ταύτα η παράσταση είναι μέτρια ή κατώτερη των προσδοκιών του θεατή για τον Τερζόπουλο; Επ’ ουδενί. Όλα τα στοιχεία που τη συνθέτουν είναι ταυτόχρονα οικεία και πρωτότυπα. Η συγκλονιστική ερμηνεία της Σοφίας Χιλλ, που ωθεί τη σωματική εκφραστικότητα στα άκρα. Το ημίφως που συγκροτεί την λανθάνουσα, ονειρική ατμόσφαιρα. Τα σύμβολα που την εμπλουτίζουν: η λεκάνη με το νερό, το κρεβάτι – τάφος – μήτρα, τα πιάτα που σπάει ο σκηνοθέτης κατά την διάρκεια της παράστασης. Και φυσικά οι λίγοι – αριθμητικά – θεατές που επιτρέπει το θέατρο να παρακολουθούν από απόσταση αναπνοής συμμετέχοντας με την ερμηνεύτρια και τον σκηνοθέτη στο πανάρχαιο πάθος.

   Υπάρχει λοιπόν, κάποιο πρόβλημα σε αυτήν την παράσταση, κάτι που αφήνει μία αίσθηση του ανολοκλήρωτου; Είναι η στατικότητα της; Όχι, ασφαλώς, και άλλες παραστάσεις του Θόδωρου Τερζόπουλου ήταν περισσότερο στατικές χωρίς να χάνεται η εσώτερη κινητικότητα. Είναι το ότι πρόκειται για μονόλογο με την ανάλογη δυσκολία που παρουσιάζει ένα τέτοιο εγχείρημα; Επ’ ουδενί, γιατί αφ' ενός αυτό το είδος δεν το φοβάται η καλή σκηνοθεσία και αφ' ετέρου τα περισσότερα πρόσωπα ή οι περισσότεροι ηθοποιοί δεν συνεπάγονται αυτόχρημα περισσότερη ευλυγισία. Εξάλλου, έχει αποδειχθεί και από άλλες παραστάσεις του Τερζόπουλου, ότι ο μονόλογος κάθε άλλο παρά «δύσκολος» μπορεί να είναι. Αντίθετα αναδεικνύεται ένα εξαιρετικά δημιουργικό πεδίο, όπως π.χ. το Νανούρισμα.

   Είναι μάλλον το ίδιο το κείμενο του Κοντραφούρη, που δημιουργεί την δυσκολία. Όχι, βέβαια, εξαιτίας της συνειρμικής δομής του, ούτε λόγω της ανολοκλήρωτης μορφής του. Είναι πράγματι ένα κείμενο σπαρακτικό, ανεξαρτήτως του αν γνωρίζει κάποιος ότι γράφτηκε από έναν άνθρωπο προ του θανάτου του. Παρ' όλα αυτά είναι ένα κείμενο που δεν κατάφερε να το κατακτήσει ο εμπνευστής του. Προσπαθεί να περιγράψει μέσα από μνήμες τεμαχισμένες και φρενήρεις την λυρική τραγικότητα της απώλειας, μάλλον όμως, βεβιασμένα από ένα σημείο και μετά, με προφανείς ραφές και ενίοτε εύκολους συμβολισμούς. Είναι ένα κείμενο εμφανώς περισσότερο δουλεμένο στα πρώτα στάδια του, αλλά όλο και πιο πολύ ακατέργαστο, όσο προχωρά προς το «τέλος» του. Αυτή η φυγόκεντρη τάση του δεν θα αποτελούσε πρόβλημα αν ήταν οργανωμένη και προσδιορισμένη. Γιατί τί συνιστά ο καταιγισμός των ουσιαστικών, αν όχι μία ρητή έκφραση προφανούς αυτοβιογραφίας; Κατά πόσον τα ελληνικά ακρογιάλια καταδεικνύουν μία κατάφαση στην τραγικότητα της ζωής και όχι πολλώ δε μάλλον μία απλή, προφανής επιρροή από την γνωστή αισθητική της νεοελληνικής ποιητικής παράδοσης;

   Ίσως απλώς το κείμενο του Κοντραφούρη δεν ανταποκρίνεται στο δικό μας αισθητικό κριτήριο. Εν τούτοις, γιατί ο σκηνοθέτης αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει τις προϋποθέσεις αυτού του κειμένου στο τέλος της παράστασης, απευθυνόμενος άμεσα στους θεατές; Κάτι που ποτέ, από τότε που παρακολουθούμε το θέατρο του, δεν έχει ξανακάνει και μάλιστα σε κείμενα πολύ πιο δυσνόητα και περίπλοκα, σε παραστάσεις περισσότερο απαιτητικές. Γιατί επισημαίνει στους θεατές, πως το κείμενο είναι ένα παραλήρημα στο οποίο δεν επενέβη (αντίθετα από ό,τι συνηθίζει) και ότι ο ποιητής του θέλησε να σκηνοθετηθεί από τον Θόδωρο Τερζόπουλο και μόνο;

   Αλλά θα μπορούσε να πει κάποιος εν πολλοίς, πως σημασία δεν έχει το ίδιο το κείμενο, όσο η ελευθερία του ερμηνευτή του. Ότι ακόμα και ένα κείμενο κοινότoπο μπορεί να καταστεί ριζοσπαστικό μέσω της κατάλληλης σκηνοθεσίας. Ίσως αυτό να είναι αλήθεια, αλλά ακόμα και έτσι η δυσκολία δεν αλλάζει. Όσο πιο προβληματικό είναι ένα κείμενο, τόσο πιο δύσκολη είναι η προσπάθεια να απελευθερωθεί η κρυμμένη ενέργεια του, ο νόμος της γραφής του. Σχεδόν όποιος αναμετράται με κάτι ανάλογο, η προσπάθειά του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Αλλά, όπως λένε, η αποτυχία είναι δικαίωμα του μεγάλου δημιουργού.

   Ένα ζήτημα που αφέθηκε σκόπιμα τελευταίο αφορά την προσθήκη του ποντιακού άσματος "Εκάηκεν (ή Έκαεν) το Τσάμπασιν", για το οποίο και ο ίδιος ο σκηνοθέτης επεσήμανε ότι σε άλλους αρέσει και σε άλλους όχι, κάτι που συνέβη στην παράσταση που παρακολουθήσαμε. Πιστεύουμε ότι η επιλογή του δεν είναι ατυχής, αλλά ταιριάζει όχι μόνο με το περιεχόμενο της παράστασης, αλλά και με το ύφος της, την συνολική αισθητική της και την πολύτιμη πολυφωνία της. Το τραγούδι αυτό, εμπεριέχοντας την εμπειρία της ανεστιότητας στην ιστορική συνθήκη, καθιστά την έκφραση της υπαρξιακής ανεστιότητας παγκόσμια, πανανθρώπινη και – έτι περαιτέρω – οντολογική. Επομένως, απόλυτα σύστοιχη με το θέατρο του Τερζόπουλου.

iokasth

Share on Myspace
ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ