Τετ11222017

Last update10:49:37 AM

Η ΓΕΥΣΗ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ

 geusi tou cinema cover

Συγγραφέας: Γιώργος Κόρρας

Εκδόσεις: Ηδυέπεια


    Πέρα από μια κοινωνιολογική και εν γένει επιστημονική μελέτη του κινηματογράφου, είτε ως κουλτούρα, προϊόν ιδεολογίας και έκφανση του πολιτικού κατεστημένου, "Η Γεύση του Σινεμά" του Γιώργου Κόρρα είναι μια προσωπική θεώρηση του κινηματογράφου ως καλλιτεχνικό μέσο έκφρασης καθώς και γραπτός φόρος τιμής στο είδος από έναν άνθρωπο που δεν κρύβει τον έρωτα του για το σινεμά. Όπως μαρτυρά ο ίδιος ο συγγραφέας,

    Το βιβλίο αυτό είναι απόσταγμα της πενηντάχρονης πορείας μου μέσα στον κινηματογράφο, τον οποίο υπηρέτησα είτε ως δημιουργός, είτε ως θεωρητικός,     είτε ως δάσκαλος, είτε ασχολούμενος με παράπλευρες εργασίες, πάντα με μεγάλη αγάπη για την τέχνη αυτή, γι' αυτό και καμιά φορά μιλάω παθιασμένα, ποτέ όμως με εμπάθεια.

   Επομένως, η χρησιμότητα και σκοπιμότητα του βιβλίου δεν έγκειται στο να διδάξει το αναγνωστικό κοινό όσο στο να προσφέρει μια υποκειμενική αλλά και βαθύτατα προσεγμένη ματιά πάνω στο φαινόμενο σινεμά πρώτιστα ως καλλιτεχνική έκφραση που είναι στη διάθεση του αναγνώστη να υιοθετήσει. Γι' αυτό και ο Κόρρας εστιάζει την προσοχή μας στα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου, υπογραμμίζοντας πως και γιατί το σινεμά ξεχωρίζει από τις άλλες τέχνες. "Η Γεύση του Σινεμά" είναι εν τούτοις ένα πολύτιμο εγχειρίδιο για κάθε είδους σινεφίλ και σπουδαστή του κινηματογράφου, αλλά και ένα παράθυρο στη ψυχή ενός πιστού υπηρέτη της έβδομης τέχνης. Σε κάθε κεφάλαιο γινόμαστε κοινωνοί της ματιάς του συγγραφέα του οποίου η δημιουργική ορμή αποτελεί αδιαμφισβήτητη πηγή έμπνευσης για τον αναγνώστη.

    Επιπροσθέτως, μιλάμε και για ιστορική μαρτυρία από έναν άνθρωπο του σινεμά (l’ homme du cinema κατά τον Φρανσουά Τρυφώ) που ήταν παρόν σε κομβικά για την εξέλιξη του σινεμά και της κριτικής του σημεία, είτε αφορούν τη κυκλοφορία σπουδαίων έργων ("Η Γεύση του Κερασιού", "Έξαψη", "Αναπαράσταση"), τη γέννηση και κορύφωση κινημάτων (Νέο Ελληνικό Σινεμά, η Ιαπωνική Νουβέλ Βαγκ) και τέλος τη δημοσίευση πρωτοποριακών κριτικών κειμένων (το βουνό από κείμενα του Γιάννη Μπακογιανόπουλο στην Ελλάδα).

   Τέλος, όσον αφορά τις ποικίλες εκφάνσεις του βιβλίου, "Η Γεύση του Σινεμά" είναι επιπλέον ένα δριμύτατο μεν αλλά πειστικό δε κατηγορώ απέναντι στις τάσεις που κατέστησαν την κριτική, κατανόηση και εκτίμηση του κινηματογράφου έρμαιο της πολιτικής ορθότητας, του ψεύτο-διανωητισμού και του ύπερκαταναλωτισμού που χαρακτηρίζει τα Χολιγουντιανά blockbuster. Και εάν υπάρχει ένας λόγος που ο Κόρρας καταφέρνει και πείθει τον αναγνώστη στο σημείο αυτό, αυτός δεν είναι ο παθιασμένος ή κατά τόπους πολεμικός του λόγος αλλά περισσότερο η αμεσότητα του, το γεγονός ότι γράφει σαν να απευθύνεται σ' ένα ακροατήριο, με λόγο εξεζητημένο αλλά προφορικό, αποφεύγοντας έτσι τον ελιτισμό και τη μακρηγορία των ακαδημαϊκών τους οποίους ο Κόρρας κατηγορεί για τη φθορά της κινηματογραφικής κριτικής που κλείστηκε μέσα στους ελιτίστικους κύκλους των πανεπιστημίων. Εν ολίγοις, ο Κόρρας κατανοεί πως το σινεμά είναι λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας και καλλιτεχνικής έκφρασης και όχι ιδιοκτησία των καλλιτεχνικών και ακαδημαϊκών ελίτ.   

   Το εγχειρίδιο χωρίζεται σε πέντε μέρη.

   Στα τρία πρώτα, ο Κόρρας εκτελεί τη λειτουργία του ιστορικού συνοψίζοντας σχεδόν έναν αιώνα κινηματογραφικής δημιουργίας μέσα από το πρίσμα της αισθητικής ανάλυσης. Αυτό είναι το πιο διαδεδομένο πλαίσιο μέσα από το οποίο σπουδαίοι κριτικοί όπως ο Andre Bazin και ιστορικοί όπως ο Georges Sadoul έχουν αποπειραθεί να ερμηνεύσουν τον κινηματογράφο και το ιστορικό συγκείμενο του. Άλλωστε, ως σκηνοθέτης και λάτρης του κινηματογράφου, ο Κόρρας είναι σε θέση να σχολιάσει την ιστορία και πάνω απ όλα την αξία της έβδομης τέχνης διαβιβάζοντας πρώτιστα τη γλώσσα του σινεμά και τα εκφραστικά του μέσα – το συντακτικό και τη γραμματική. Όπως οι δικοί του μέντορες, ο Κόρρας  υπογραμμίζει τις κορυφώσεις στην ιστορία της εξέλιξης των εκφραστικών μέσων του κινηματογράφου που το κατέστησαν ιδιαίτερο καλλιτεχνικό μέσο πλησίον της αρχιτεκτονικής, του θεάτρου και της λογοτεχνίας. Εδώ ο Κόρρας μας παίρνει μαζί του στο 'ταξίδι' από το πρώιμο βωβό σινεμά, διαπερνόντας το προπολεμικό σινεμά της Ευρώπης και της Αμερικής και φτάνοντας τέλος στη χρυσή εποχή του “Πολίτη Κέϊν”, του Μπρεσόν και του Ροσελίνι, καταλήγοντας στο μοντερνισμό της Νουβέλ Βαγκ και το σινεμά του Αμπάς Κιαροστάμι στο Ιράν.

   Αρχικά, εξαίρει το μοντάζ ως το θεμελιώδες γλωσσικό στοιχείο του κινηματογράφου και πλέκει το εγκώμιο του D. W. Griffith και του Sergei Eisenstein των οποίων το έργο θεμελίωσε το μοντάζ ως μέσο αφήγησης και κατέστησε το σινεμά ως μέσο επικοινωνίας ολότελα ρηξικέλευθο. Από το σημείο αυτό ήδη διαφαίνονται το πάθος και η ευγλωττία του Κόρρα ο οποίος κατέχει την ικανότητα να μεταλαμπαδεύει στον αναγνώστη τα καίρια χαρακτηριστικά του “Θωρηκτού Ποτέμκιν” και της “Γέννησης ενός Έθνους” που τα καθιστούν αριστουργήματα και ιστορική παρακαταθήκη. Πιο συγκεκριμένα, ο Κόρρας προσφέρει μια ολιστική επεξήγηση πάνω στο πως οι προαναφερθέντες δημιουργοί συνδυάζουν φόρμα και θέμα/πλοκή για να συνθέσουν με τρόπο ολωσδιόλου κινηματογραφικό τους ιδρυτικούς μύθους του Αμερικάνικου έθνους (Griffith) και την επανάσταση ως το άσμα ενός λαού (Eisenstein).

   Από το δεύτερο μέρος και έπειτα, ξετυλίγεται το μανιφέστο του Κόρρα, το οποίο διακρίνει τα πιο θεμελιώδη εκφραστικά μέσα που καθιστούν τον κινηματογράφο ως ένα καινοτόμο μέσο παρατήρησης του κόσμου ικανό να εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα πάνω στο ανήκειν, τον έρωτα, το Θεό και τις γενικότερες υπαρξιακές ανησυχίες του ανθρώπου. Πρώτιστα όμως, ακολουθώντας το ρητό του Marcel Proust, το σινεμά δεν πρέπει να προσφέρει τις απαντήσεις έτοιμες, μετωπικά αλλά, αντιθέτως, να παράσχει ποικίλες οπτικές γωνίες έτσι ώστε να ερμηνεύσουμε εκ νέου τον κόσμο, με καινούργια μάτια και ματιά. Αυτή είναι η ουσιαστικότερη και πολυτιμότερη προσφορά του κινηματογράφου από τον “Πολίτη Κέϊν” και έπειτα. Σύμφωνα με το Κόρρα, η λογική αυτή αποτελεί τη βάση του μοντέρνου σινεμά της νεωτερικότητας και ο “Κέϊν” (μαζί με το σινεμά του Χίτσκοκ) είναι η ταινία που έθεσε τα θεμέλια της.

   Χαρακτηριστικό του μοντερνισμού του έργου του Γουέλς, όπως ο Κόρρας τονίζει, δεν είναι μονάχα τα ξακουστά πειράματα με τη φόρμα αλλά το γεγονός πως ο ήρωας μας παρουσιάζεται μέσα από τις φευγαλέες αναμνήσεις τεσσάρων ανθρώπων. Μεταχειρίζοντας λοιπόν την υποκειμενικότητα ως ουσιαστικό μέσο διαλεύκανσης του ερωτήματος ‘ποιος ήταν ο Κέϊν’, ο σκηνοθέτης, αντί ενός ευτυχούς τέλους, εγείρει μονάχα περισσότερα αναπάντητα ερωτήματα. Εδώ όμως έγκειται η ιδιοφυία του Γουέλς που με τρόπο απόλυτα κινηματογραφικό σκιαγραφεί το μυστήριο του ανθρώπου και το απύθμενο βάθος της ανθρώπινης ψυχής που δεν κατανοείται άνετα με σχηματικές απαντήσεις και μοραλιστικά διδάγματα. Και εδώ συναντάμε το μανιφέστο του Κόρρα ο οποίος εξαίρει και δοξάζει το σινεμά του δημιουργού (auteur) που μας κάνει να αναρωτιόμαστε, να αναζητάμε και να εξερευνούμε τα μυστήρια του κόσμου και να αναθεωρούμε τον κόσμο μέσα και γύρω μας. Επομένως, ο σκηνοθέτης, ως απόλυτος εκφραστής του σινεμά, δεν πρέπει να μας προσφέρει απλόχερα απαντήσεις και σχηματικές ερμηνείες πάνω στο ζήτημα που διαπραγματεύεται, αλλά, αντ’ αυτού, να εκμεταλλεύεται το υποκειμενικό βλέμμα για να δούμε τον κόσμο από μια άλλη ματιά – όπως οι διάφοροι χαρακτήρες ‘βλέπουν’ τον Κέϊν, το μύθο και τον αληθινό άνθρωπο κάτω από τα πολλά περιβλήματα του. Αυτή είναι η ‘γεύση του σινεμά’ κατά τον Κόρρα.

    Το υποκειμενικό βλέμμα και η ελλειπτικότητα είναι από δω και μπρος το ψωμοτύρι των Ευρωπαίων δημιουργών που ο Κόρρας δοξάζει – Ροσελίνι, Μπρεσόν, Γκοντάρ, Αντονιόνι, Μπέργκμαν και Κιαροστάμι. Και για να ταξινομήσει πιο ξεκάθαρα τη θεωρία του, δανείζεται από τους φιλοσόφους Maurice Merleau-Ponty και Jean-Paul Sartre τον όρο ‘φαινομενολογία’ για να μιλήσει για το σινεμά ως το νέο μάτι που παρέχει την όραση και την ενόραση.

   Από το τρίτο μέρος ξεκινά το ‘ταξίδι’ λοιπόν του βλέμματος που είναι και το πιο συναρπαστικό και εορταστικό σε ύφος κομμάτι όπου ξεχωρίζει η μεταδοτική αγάπη του Κόρρα για τη τέχνη του σινεμά. Εδώ, εξετάζει την αισθητική εξέλιξη του κινηματογράφου τονίζοντας την ιδιοφυία των δημιουργών χωρίς όμως να απορρίπτει το εθνικό, πολιτισμικό, κοινωνικό και ιστορικό συγκείμενο. Τοιουτοτρόπως, συνθέτει μια ολιστική και μεστή ιστοριογραφία του μοντέρνου κινηματογράφου.

    Από το πέμπτο μέρος μας ανοίγεται ένα διαφορετικό βιβλίο με ύφος πολεμικό και εν μέρει κατηφές. Εδώ μας δίνεται θα λέγαμε η επίγευση του σινεμά καθώς ο Κόρρας κοιτά το μεταμοντέρνο σινεμά και τη κρίση της κινηματογραφικής κριτικής και δημιουργίας. Έχουμε εισέλθει στη περίοδο όπου μιλάμε για το θάνατο του σινεμά. Και η αλήθεια είναι πως ο αναγνώστης μπορεί να βρεθεί απροετοίμαστος μπροστά στην αλλαγή ύφους καθώς βαδίζουμε σε πιο προσωπικά μονοπάτια μιας και ο Κόρρας επιτίθεται χωρίς αναστολές σε τάσεις, σκηνοθέτες και φορείς της κινηματογραφικής κριτικής σε μια προσπάθεια να διαλευκάνει τη προέλευση και έκταση της κρίσης. Σύμφωνα με τον Κόρρα, το σινεμά του δημιουργού και του βλέμματος αντικαταστάθηκε από ένα νέο κύμα σχηματικών, διδακτικών έργων που ανταποκρίνονται περισσότερο στις προσδοκίες των ακαδημαϊκών και κριτικών που δεν έχουν μυηθεί στο σινεμά ενδελεχώς. Στο σημείο αυτό θα προσκαλούσα τον αναγνώστη να διατηρήσει ανοιχτό μυαλό και να μην παραξενευτεί από την μετωπική επίθεση του Κόρρα σε Χολιγουντιανά blockbuster όπως τον “Τιτανικό” και το “Μάτριξ” τα οποία για τον Κόρρα αποτελούν “τερατούργηματα”. Εξίσου ανάθεμα είναι και το συγγραφικό έργο κριτικών εν Ελλάδι που έγραψαν διθυράμβους για τα έργα αυτά και άλλα που κατέκλυσαν τις Ελληνικές αίθουσες χάρη στον επεκτατισμό που χαρακτηρίζει τη βιομηχανία του Hollywood. Για να κατανοήσουμε την εξέλιξη του κινηματογράφου μέχρι και το παρόν, σημαντικό είναι επίσης να συμμετάσχουμε και στην αυστηρή κριτική που επιζητά κριτήρια αισθητικά -  τα εργαλεία που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε το σινεμά ως καλλιτεχνικό μέσο έκφρασης. Εάν  ο/η αναγνώστης/αναγνώστρια είναι προετοιμασμένος/η να μετάσχει στο δύσκολο έργο της κριτικής, ενδέχεται να αναθεωρήσει τις μέχρι τώρα απόψεις του/της για μια πιο προσεγμένη άποψη.

   Το βιβλίο κλείνει με μια πλήρη και περιεκτική επισκόπηση του Ελληνικού κινηματογράφου και ειδικότερα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (ΝΕΚ). Ο συγγραφέας μας διακρίνει και εδώ τις κορυφές, τα κρεσέντο της εξέλιξης και το ταξίδι του βλέμματος από τον Ροσελίνι στο Βούλγαρη, τον Παπατάκη και άλλους. Και ξανά, ο Κόρρας μας μυεί στη κοσμοθεωρία του και μας παρασέρνει με την ευγλωττία, την αμεσότητα και αγάπη του για το Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο στο οποίο ο ίδιος μετείχε ως τεχνίτης και κριτικός. Η κρίση είναι όμως τέτοια που τον αναγκάζει να κατευθύνει και πάλι τα βέλη του εκεί όπου ρίζωσε. Αυτή τη φορά κατηγορεί περισσότερο τους σύγχρονους Έλληνες κριτικούς και σινεφίλ που κατακεραύνωσαν συλλήβδην το έργο πολλών σπουδαίων Ελλήνων δημιουργών επειδή οι ταινίες τους δεν ανταποκρίνονταν στις ανερχόμενες τάσεις που παρήλαυναν στις Ευρωπαϊκές ταινίες καταστρέφοντας στη πορεία καριέρες και επιδρόντας καταλυτικά στην υποδοχή πολλών έργων. Παράλληλα, ο Κόρρας πλέκει το εγκώμιο του δασκάλου του και πατέρα της ελληνικής κινηματογραφικής κριτικής, Γιάννη Μπακογιαννόπουλου και επιτίθεται στους φορείς που τον ανάγκασαν να αποσυρθεί νωρίς επειδή έγραφε αρνητικές κριτικές για τα “τερατουργήματα” του Hollywood. Αν μη τι άλλο, εδώ γινόμαστε κοινωνοί όχι μόνο της αγάπης του Κόρρα για το σινεμά και τους ανθρώπους του, αλλά μοιραζόμαστε παράλληλα την οργή και το καημό του για την κατάληξη του ‘ταξιδιού’. Το βιβλίο κλείνει με μια ευχή και μελλοντική προσμονή.

    Πέρα από ένα πολύτιμο εγχειρίδιο, “Η Γεύση του Σινεμά” είναι ένα αυθεντικό ανάγνωσμα, βγαλμένο από την εμπειρική γνώση ενός τεχνίτη και λάτρη του κινηματογράφου, ο οποίος μας ανοίγεται από καρδιάς χωρίς αναστολές και με την ορμή ενός μέντορα.

    Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα.    

Φίλιππος Φίλης, Λέκτορας στον κινηματογράφο

   VIDEO ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Share on Myspace
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ